Η εκπαίδευση γλωσσικών μειονοτήτων στη Νορβηγία

Των KONSTANTIN ALTHER και MARIE SAMUELSEN, Ένωση Σχολείων του Όσλο

Μετάφραση: ΑΡΓΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ, Εναλλακτικό Πολιτιστικό Εργαστήρι της Κέρκυρας

 

Όταν εκπαιδευτικοί από τη Νορβηγία συζητούν με ομολόγους τους από την Ελλάδα, ένα συχνό ερώτημα που δέχονται αφορά τη γλωσσική εκπαίδευση του μεταναστευτικού πληθυσμού. Είναι ένα πολύ ευρύ ζήτημα, κατά βάση επειδή μιλάμε για την εκπαίδευση ατόμων που προέρχονται από κοινωνίες πολύ διαφορετικές από τις δικές μας…

Ιστορικά, το σχολικό μας σύστημα βασίστηκε στην εισαγωγή του ενιαίου σχολείου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Μέχρι τότε, το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν διπλό, ένα για την αγροτική και την εργατική τάξη και ένα άλλο για τη μεσαία τάξη των πόλεων. Το 1920, αυτή η διάκριση καταργήθηκε: Θα έπρεπε να προσφέρονται ίδιες εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Αυτός ο τρόπος σκέψης εξακολουθεί να έχει ισχυρά θεμέλια στη Νορβηγία. Αν και ο αριθμός των ιδιωτικών σχολείων αυξάνεται, το ποσοστό των μαθητριών και μαθητών δημοτικού που παρακολουθούν ιδιωτικά σχολεία βρίσκεται ακόμη κάτω από το 5% του συνόλου. Η ιδιωτική διδασκαλία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. 

Ωστόσο, το ιδανικό της διασφάλισης ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών για όλο τον πληθυσμό δοκιμάστηκε με τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού κατά τη δεκαετία του 1970. Το ποσοστό των παιδιών από γλωσσικές μειονότητες αυξήθηκε και, με τη μεταρρύθμιση του προγράμματος σπουδών το 1987, καθορίστηκε διαφορετική διδακτέα ύλη για τη διδασκαλία των Νορβηγικών ως δεύτερη γλώσσα. Όπως γράφει ο, νορβηγικής και κυπριακής καταγωγής, καθηγητής παιδαγωγικής Kamil Øzerk, το πρόγραμμα σπουδών του 1987 διαπνεόταν από μια λογική κοινωνικής ένταξης και στόχευε στη λειτουργική διγλωσσία. Στη δεκαετία του 1990, όμως, για πολιτικούς λόγους, το Κοινοβούλιο εγκατέλειψε αυτό τον στόχο και θέσπισε μια διαφορετική εκπαιδευτική πολιτική. Σήμερα, τα παιδιά που προέρχονται από γλωσσικές μειονότητες παρακολουθούν μεν ένα ειδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης στα Νορβηγικά, αλλά μόνο μέχρι ένα σημείο στο οποίο θεωρούνται ικανά να παρακολουθήσουν το γενικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Μπορούν επίσης να λάβουν δίγλωσση επαγγελματική κατάρτιση και –πιθανώς, «εάν είναι απαραίτητο»– μαθήματα στην πρώτη τους γλώσσα, χωρίς όμως οι δήμοι να έχουν υποχρέωση να προσφέρουν κάτι τέτοιο. 

Το αποτέλεσμα είναι η ύπαρξη μεγάλων διαφοροποιήσεων στην εκπαίδευση. Επιπλέον, η οικονομική υποστήριξη του κράτους στα σχολεία έχει μειωθεί μέσω αλλαγών που μετακυλίουν τέτοιες υποχρεώσεις στους δήμους. Αυτό έχει προκαλέσει μεγάλες οικονομικές διαφορές στον τομέα της εκπαίδευσης. Οι πολιτικές προτεραιότητες μπαίνουν επίσης στο παιχνίδι. Ενώ στο Όσλο, για παράδειγμα, δεν παρέχεται διόλου εκπαίδευση στις μειονοτικές γλώσσες και η δυνατότητα για δίγλωσση εκπαίδευση έχει σχεδόν εξαφανιστεί, η πόλη του Τρόντχαϊμ προσφέρει και τις δύο.

Εντούτοις, αναφορικά με πολλά θέματα, η Νορβηγία εισήγαγε ρυθμίσεις που λειτουργούν σχετικά καλά. Άτομα άνω των 25 ετών που δεν έχουν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχουν δικαίωμα να παρακολουθήσουν προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων. Νεοαφιχθέντα άτομα ηλικίας μεταξύ 18 και 55 ετών, που έχουν λάβει άσυλο ή που επανεγκαθίστανται, έχουν δικαίωμα και, ταυτόχρονα, υποχρέωση να ολοκληρώσουν ένα πρόγραμμα με σκοπό την εκμάθηση βασικών στοιχείων της νορβηγικής γλώσσας και την προετοιμασία για συμμετοχή στην επαγγελματική ζωή. Το 2019, το 73% των ανδρών και το 48% των γυναικών που συμμετείχαν στο πρόγραμμα αυτό βρήκαν δουλειά ή συνέχισαν τις σπουδές τους μετά την ολοκλήρωσή του.

Κατά την άποψή μας, το σχολείο είναι η μεγαλύτερη πρόκληση: Στο Όσλο, η πρώτη γλώσσα για το 40% των παιδιών του δημοτικού σχολείου είναι τώρα διαφορετική από τα Νορβηγικά. Πολλά από αυτά τα παιδιά επιτυγχάνουν εξαιρετικές επιδόσεις. Παραδείγματος χάριν, το ποσοστό των σπουδαστών και σπουδαστριών Ιατρικής που προέρχονται από οικογένειες μεταναστευτικής προέλευσης αυξάνεται διαρκώς. Μολαταύτα, το ένα πέμπτο των παιδιών από γλωσσικές μειονότητες δεν έχει καλή γνώση της νορβηγικής γλώσσας, η οποία είναι απαραίτητη για την παρακολούθηση του ενιαίου εκπαιδευτικού προγράμματος. Για εννέα από τα 136 σχολεία πρωτοβάθμιας και κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που υπάρχουν στο Όσλο, το ποσοστό των παιδιών που μιλούν μια πρώτη γλώσσα διαφορετική από τη νορβηγική ανέρχεται στο 90%. Πώς θα μάθουν τη γλώσσα και θα ενσωματωθούν αυτά τα παιδιά; 

Η εκπαίδευση των γλωσσικών μειονοτήτων αποτελεί επομένως υψηλή προτεραιότητα για την Εθνική Ένωση Σχολείων (Skolenes Landsforbund). Στο πρόγραμμά μας για την εκπαιδευτική πολιτική υποστηρίξαμε ότι «το δικαίωμα στη δίγλωσση εκπαίδευση έχει νομοθετηθεί για ολόκληρη τη βασική εκπαίδευση» και ότι «οι δήμοι και οι περιφέρειες έχουν υποχρέωση να προσφέρουν τα απαραίτητα». Εργαζόμαστε για αυτό τον σκοπό επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, συμμετέχοντας σε ακροάσεις και ποικίλες επιτροπές, δημιουργώντας συνεργατικά σχήματα με τους γονείς κ.λπ. Και φυσικά, το όλο θέμα αφορά επίσης τη δική μας παιδαγωγική πρακτική. Ένας καλός εταίρος στην προσπάθειά μας αυτή είναι το Εθνικό Κέντρο Πολυπολιτισμικής Εκπαίδευσης (National Center for Multicultural Education – NAFO), το οποίο είναι ένα κέντρο πόρων για την εκπαίδευση των γλωσσικών μειονοτήτων και συνεργάζεται με ερευνητικά προγράμματα και με σχολεία όλης της χώρας, αναπτύσσει μαθησιακούς πόρους για μαθητές από γλωσσικές μειονότητες και προσφέρει δίγλωσση επαγγελματική κατάρτιση στο Διαδίκτυο.