Τηλε-εκπαίδευση και αλληλεγγύη: ένας απαιτητικός γρίφος

Χρήστος Γιοβανόπουλος, Υπ. Διδάκτωρ κοινωνικής και πολιτισμικής ανθρωπολογίας, Vrije Universiteit, Άμστερνταμ

και Βασίλης Βλαχοκυριάκος, Επίκουρος καθηγητής αλληλεπίδρασης ανθρώπου-υπολογιστή,  πανεπιστήμιο Newcastle, Η.Β.

 

Με το ξέσπασμα της πανδημίας και το κλείσιμο των σχολείων τα αλληλέγγυα σχολεία βρέθηκαν μπροστά στο πρόβλημα του πώς θα συνέχιζαν να προσφέρουν αλληλέγγυα εκπαίδευση. Η προσωπική επαφή σε φυσικό χώρο αποτελούσε μέχρι τότε τη βάση τόσο των πρακτικών αλληλεγγύης όσο και της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Μεταξύ του “μένουμε σπίτι” και συστημικής μετατροπής της αλληλεγγύης σε “ατομική ευθύνη”, τα αλληλέγγυα σχολεία βρέθηκαν μπροστά στην πρόκληση συνδυασμού εξ’ αποστάσεως εκπαίδευσης με το πρόταγμα της αλληλεγγύης. 

Η μετάβαση 

Η έγνοια για τους μαθητές, δείγμα και των στενών σχέσεων που αναπτύσσονται στα αλληλέγγυα σχολεία, αποτέλεσε την αφετηρία. Την αρχική προσωπική επαφή καθηγητών–μαθητών, δια τηλεφώνου και κοινωνικών μέσων, ακολούθησαν οι προσπάθειες επανεκκίνησης των μαθημάτων εξ’ αποστάσεως, με σύγχρονους και ασύγχρονους τρόπους και με εφαρμογές που ο κάθε καθηγητής γνώριζε. Παράλληλα, εξελίσσονταν η παραμετροποίηση διαδικτυακής πλατφόρμας διδασκαλίας από το Αλλ. Σχολείο της Μεσοποταμίας σε συνεργασία με το Open Lab Athens και το πανεπιστήμιο του Newcastle. Η πλατφόρμα τέθηκε σε λειτουργία αμέσως μετά το κλείσιμο των σχολείων -μήνες πριν αυτής του Υπουργείου- και υιοθετήθηκε και από άλλα αλληλέγγυα σχολεία. Ο ευέλικτος και αποκεντροποιημένος χαρακτήρας στην οργάνωση της διδασκαλίας είναι το κύριο χαρακτηριστικό της πλατφόρμας. Η κάθε καθηγήτρια/της ή το κάθε αλληλέγγυο σχολείο μπορεί να προσαρμόσει την χρήση της με βάση τις δικές τους ανάγκες και δυνατότητες, εξασφαλίζοντας την λειτουργικότητα της (ακόμα και σε τεχνικό επίπεδο). Παρόλα αυτά, “η οργάνωση και μετάβαση σε πλήρες διαδικτυακό πρόγραμμα μαθημάτων αποτέλεσε το πιο δύσκολο εγχείρημα που έχει αντιμετωπίσει το σχολείο», όπως είπε καθηγητής της Μεσοποταμίας εμπλεκόμενος στην ανάπτυξη της πλατφόρμας. 

Δυσκολίες

Το χαμηλό επίπεδο εξοικείωσης μαθητών, καθηγητών και γονέων με διαδυκτιακά μέσα διδασκαλίας και διαδραστικής εκπαίδευσης αποτέλεσε ένα αρχικό εμπόδιο. Ακόμα και στα αλληλέγγυα σχολεία που προϋπήρχε e-class, αυτό δεν είχε δημιουργήσει μία πρότερη εξοικείωση. Με το ξέσπασμα της πανδημίας διαπιστώθηκε πως η πλειοψηφία των καθηγητών στερούνταν τεχνογνωσίας και έπρεπε να εκπαιδευτούν από τα αλληλέγγυα σχολεία. 

Εξίσου σημαντική δυσκολία ήταν η έλλειψη τεχνολογικού εξοπλισμού και η ελλειπής πρόσβαση στο ίντερνετ από μαθητές και οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων. Αυτό αφορούσε συνολικά τη δυνατότητα παρακολούθησης διαδικτυακών μαθημάτων, είτε του Υπουργείου ή των αλληλέγγυων σχολείων. Τα αλλ. σχολεία κινήθηκαν άμεσα να καλύψουν αυτές τις ανάγκες.  Μία πρακτική ήταν η συλλογή, αξιοποίηση και δωρεάν διάθεση παλιών και περισσευούμενων Η/Υ, κινητών και τάμπλετ. Μία δεύτερη ήταν η εξασφάλιση χώρων κατάλληλα εξοπλισμένων και με πρόσβαση στο ίντερνετ.  Έτσι ανέδειξαν ξανά την αλληλεγγύη σαν πράξη συνολικής προσέγγισης, ανταποκρινόμενα στην κοινωνική διάσταση (υλικές συνθήκες, ψυχολογική κατάσταση κλπ.) απτών αναγκών και σε συγκαλλυμένες ανισότητες την εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, που αναδύθηκαν λόγω τηλε-εκπαίδευσης.

Δυνατότητες

Ωστόσο η διοργάνωση τηλε-μαθημάτων διεύρυνε τους ορίζοντες της αλληλέγγυας εκπαίδευσης και τα γεωγραφικά της όρια. Σημαντικός αριθμός προσφύγων από καταυλισμούς εκτός αστικών κέντρων ή μαθητές δημόσιων σχολείων της επαρχίας μπόρεσαν να παρακολουθήσουν μαθήματα αλληλέγγυων σχολείων που έδρευαν μακριά τους. Αντίστοιχα, υπήρξε προσφορά καθηγητών από μέρη εκτός των πόλεων των αλληλέγυων σχολείων, ενώ  έγινε δυνατή η διοργάνωση κοινών διαδικτυακών τάξεων ανάμεσα τους. Επίσης, η χρήση διαδικτυακών μέσων, σήμαινε σε περιπτώσεις αύξηση της συμμετοχής σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων και εξοικείωση με περιβάλλοντα ταυτόχρονης συλλογικής επεξεργασίας, κειμένων, κλπ. Αυξήθηκαν έτσι οι δυνατότητες οριζόντιας συνεργασίας των αλληλέγγυων σχολείων ενώ αυτά απέκτησαν έναν διατοπικό χαρακτήρα, δοκιμάζοντας το διαμοιρασμό αναγκών, ικανοτήτων, εκπαιδευτικού δυναμικού και πόρων. 

Κάτι απρόσμενο που αναδύθηκε ήταν η δυνατότητα προσέγγισης και γνώσης των πραγματικών συνθηκών διαβίωσης των μαθητών αλλά και των ικανοτήτων τους. Η τηλε-εκπαίδευση σήμαινε «επίσκεψη» στα σπίτια των μαθητών και έφερε τα αλληλέγγυα σχολεία πιο κοντά σε οικογενειακές δυσκολίες που δεν ήταν εύκολο να εντοπιστούν πριν. Στοιχείο εξαιρετικά σημαντικό για την αναγνώριση παραγόντων που διαμορφώνουν την ψυχολογία και την κοινωνική και εκπαιδευτική συμπεριφορά των μαθητών. Στον αντίποδα, ανέδειξαν άλλες αναδυόμενες πλευρές της πραγματικότητας της νεολαίας. Ειδικά την ανεπτυγμένη σχέση τους με την τεχνολογία, όταν μαθητές δίνανε λύσεις στη χρήση ηλεκτρονικών μέσων βοηθώντας τους καθηγητές τους. Γεγονός που αποτυπώνει την απόσταση ανάμεσα στην εξοικείωση των νέων γενιών με την ‘’κοινωνία της πληροφορίας’’ και των κατεστημένων μεθόδων και σχέσεων διδασκαλίας, αλλά και (τρόπων και τόπων) παραγωγής γνώσης.  

Προβληματισμοί 

Δε έλειψε όμως και ο σκεπτικισμός για πλευρές της τηλε-εκπαίδευσης. Από τις πιθανές παιδαγωγικές συνέπειες της μέχρι τον κίνδυνο υπονόμευσης της κοινωνικής διάστασης της αλληλέγγυας εκπαίδευσης, και της εκπαίδευσης εν γένει. Από την εμπειρία των αλληλλέγυων σχολείων έγιναν άμεσα αντιληπτά η πιο αργή πρόοδος στη διδασκαλία και η μειωμένη απόδοση των μαθητών, όπως διαπιστώθηκε με την επιστροφή τους στο χώρο της σχολικής αίθουσας. Αντιθέτως η τηλε-εκπαίδευση λειτούργησε θετικά για τους ενήλικες μαθητές, όπου μεταξύ άλλων έλυνε προβλήματα χρόνου, μετακινήσεων και κοινωνικοποίησης (σε συνθήκες καραντίνας). Αλλά για τα αλληλέγγυα σχολεία η εκπαιδευτική διαδικασία δεν αφορά συμμετοχή μόνο στο μάθημα, αλλά και στην (αυτο-)οργάνωση της μέσα από σχέσεις ισότητας, δημοκρατίας και αλληλεγγύης. Φάνηκε έτσι ότι ο ψηφιακός χώρος της τηλε-εκπαίδευσης δε μπορεί να υποκαταστήσει την βιωματική εμπειρία των κοινωνικών σχέσεων που οικοδομούνται στη συνύπαρξη ατόμων με διαφορετικές καταβολές και διαδρομές σε έναν κοινό (φυσικό) χώρο. 

Προοπτικές 

Οι εμπειρίες αυτές ώθησαν πολλά αλληλέγγυα σχολεία στην υιοθέτηση υβριδικών μοντέλων (σε φυσικό χώρο και διαδικτυακά), σε μία ποικιλομορφία συνδυασμών ανάλογα με τις (κοινωνικές, τεχνικές, θεσμικές) ιδιαιτερότητες τους. Όπως ειπώθηκε από αλληλέγγυο καθηγητή «δεν καταργούμε την αξία της φυσικής συνάντησης, τη συμπληρώνουμε όπου χρειάζεται». 

Τα αλληλέγγυα σχολεία επιβεβαίωσαν για άλλη μια φορά την ετοιμότητα και ικανότητα τους να ανταποκρίνονται σε αναδυόμενες κοινωνικές ανάγκες μέσα σε εξαιρετικά απαιτητικές συνθήκες. Σε αντίθεση με την ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού και την πλήρη παύση εργασιών των φροντιστηρίων, δεν αφήσανε καμία μαθήτρια και μαθητή τους, καμία οικογένεια να νοιώσουν εγκαταλειμμένες/οι και μόνες/οι. Επιπλέον, το παράδειγμα τους ανταποκρίθηκε σε ένα «κενό διεκδίκησης» σχετικά με τη δημόσια εκπαίδευση, που (υπό καραντίνα) εξαντλήθηκε  σε γενικόλογα αιτήματα, ενώ τίθονταν επιτακτικά τα θέματα έλλειψης τεχνολογικού εξοπλισμού και δωρεάν πρόσβασης σε καλό δίκτυο για όλες/ους.  

Όπως πάντα η πράξη των αλλ. σχολείων ξεπέρασε τα όρια «παροχής βοήθειας». Διαπραγματευόμενα την τηλε-εκπαίδευση και αναπτύσσοντας υποδομές υπό το πρίσμα της αλληλεγγύης, ισότητας και συνεργασίας συνέχισαν την ανίχνευση ψηφίδων μίας άλλης εκπαίδευσης, ενεργητικής στάσης και πολιτικής.