Απορρίπτοντας την υπαρξιακή ματαιότητα της νεοφιλελεύθερης ζωής *

του Νιλ Βάλελι (Neil Vallelly)

Επί αιώνες, οικονομολόγοι και φιλόσοφοι έχουν αναλύσει τη σημασία του οφέλους: πώς διαμορφώνει τον καταμερισμό της εργασίας, επηρεάζει τις επιλογές των καταναλωτών και συνεισφέρει στις αντιλήψεις περί καλής ζωής ή κοινού καλού. Οι ωφελιμιστές φιλόσοφοι, όπως ο Τζέρεμι Μπένθαμ και ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, μας είπαν ότι η μεγιστοποίηση του οφέλους –δηλαδή, της χρησιμότητας ενός αντικειμένου και της δυνατότητάς του να προκαλέσει ευχαρίστηση ή να μειώσει τον πόνο– είναι το μαγικό συστατικό της ευτυχίας. Οι οικονομολόγοι, από τους κλασικούς ως τους νεοκλασικούς και τους νεοφιλελεύθερους, έχουν θεωρήσει τα άτομα και τους καταναλωτές ως ορθολογικούς «μεγιστοποιητές οφέλους» και ο Καρλ Μαρξ μάς υπενθύμισε ότι «τίποτα δεν μπορεί να έχει αξία χωρίς, καταρχάς, να είναι ένα ωφέλιμο αντικείμενο».
[…]
Αλλά το όφελος δεν είναι κάτι που υπάρχει εκ φύσεως. Δεν είναι μια ουδέτερη ή αντικειμενική έννοια. Το όφελος αποτελεί πάντοτε αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων, κατασκευάζεται πολιτικά και περιπλέκεται βαθιά μέσα στις εξουσιαστικές δομές μιας κοινωνίας. Άρα, το ερώτημα δεν αφορά τόσο το «τι είναι χρήσιμο», όσο το «πώς κάτι ορίζεται ως χρήσιμο και ποιος το κρίνει αυτό».
[…]
Αν οι καπιταλιστές έχουν την εξουσία μιας κοινωνίας, τότε είναι εύκολο να δούμε πώς ο ωφελιμισμός συμπίπτει με απόψεις περί παραγωγής και συσσώρευσης, επειδή διαδικασίες όπως η οικονομική αύξηση (growth), το εμπόριο και η δημιουργία πλούτου, υπό τις καπιταλιστικές συνθήκες, θα εδραιωθούν πολιτικά ως οι πιο χρήσιμες πορείες δράσης με σκοπό τόσο την ατομική όσο και την κοινωνική ευτυχία. Αλλά αν το όφελος οριζόταν με διαφορετικούς τρόπους, όπως, π.χ., στη βάση των ισχυρών κοινωνικών δεσμών, της καθολικής πρόνοιας, των μη ιεραρχικών μορφών πολιτικής και της περιβαλλοντικής προστασίας, τότε η μεγιστοποίηση του οφέλους θα έδειχνε πολύ διαφορετική.

[…]

Η ωφελιμιστική φαντασίωση ενός κόσμου μεγιστοποιητών οφέλους οι οποίοι, σκεπτόμενοι ορθολογικά, επιδιώκουν τη συσσώρευση του χρήματος και συνεισφέρουν έτσι στο συνολικό, ασφαλές και υγιές κοινό όφελος, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έχει πραγματοποιηθεί. Ανταυτού, ειδικά στην περίπτωση της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης του καπιταλισμού, έχει προκύψει μια κοινωνία ατομιστών, οι οποίοι βλέπουν τη μεγιστοποίηση του οφέλους ως ένα ανταγωνιστικό εγχείρημα, όπου επιχειρείται η ελαχιστοποίηση κάθε ευθύνης για το κοινό όφελος. Η πρακτική της μεγιστοποίησης του οφέλους, μακράν του να μας οδηγεί προς μια πιο εξισωτική κοινωνία, μας έχει κατ’ ουσίαν παγιδέψει εντός μιας καταστροφικής σχέσης με το κεφάλαιο.

[…]

Το παράδειγμα του σύγχρονου πανεπιστημίου μπορεί να βοηθήσει στην διασάφηση του πλαισίου όπου αναπτύσσεται η έννοια της ωφελιμιστικής ματαιότητας. Το πανεπιστήμιο, τώρα, είναι εξαρτημένο από έναν τεράστιο στρατό περιστασιακού και επικουρικού διδακτικού προσωπικού, κατά βάση μεταπτυχιακών φοιτητών και ευκαιριακά απασχολούμενων μεταδιδακτορικών εργαζομένων, χωρίς τους οποίους θα είχε καταρρεύσει. Παρά ταύτα, το προσωπικό αυτό αντιμετωπίζεται συστηματικά με περιφρόνηση από τις πανεπιστημιακές ιεραρχίες και υπόκειται στην εκμετάλλευση των βραχυπρόθεσμων εργασιακών συμβάσεων, οι οποίες σπανίως καλύπτουν το σύνολο των πραγματικών ωρών εργασίας.

Όμως, για να αποκτήσουν μια σταθερή ακαδημαϊκή εργασία πλήρους απασχόλησης –κάτι που γίνεται όλο και πιο σπάνιο για κάποιους επιστημονικούς κλάδους, ιδιαίτερα στις ανθρωπιστικές επιστήμες– αυτοί οι εργαζόμενοι απαιτείται όχι μόνο να συσσωρεύσουν όσο περισσότερη διδακτική εμπειρία είναι δυνατόν, αλλά επίσης και να δημοσιεύουν ασταμάτητα την έρευνά τους, την οποία, φυσικά, κάνουν κατά τον ελεύθερό τους χρόνο και μάλιστα πολύ συχνά χωρίς πρόσβαση στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες. Με άλλα λόγια, τους επιβάλλεται να μεγιστοποιήσουν το όφελός τους όσο πιο πολύ γίνεται, με την ισχνή ελπίδα ότι αυτό μπορεί να τους προσφέρει μια ασφαλή δουλειά στο μέλλον. Για –πολύ– λίγους εκλεκτούς, αυτή η σταθερή εργασία πλήρους απασχόλησης γίνεται πραγματικότητα. Όμως, για τη συντριπτική πλειονότητα, η προσπάθεια να κάνεις τον εαυτό σου «χρήσιμο» οδηγεί στην παγίδα ενός κύκλου βραχυπρόθεσμων συμβάσεων, με πολύ χαμηλές πληρωμές και καμία απολύτως προοπτική.

Οι διοικήσεις γνωρίζουν ότι αυτό το διανοητικό πρεκαριάτο δεν έχει πολλές επιλογές πλην της μεγιστοποίησης του οφέλους κι έτσι μπορούν να εκμεταλλεύονται την εργασία του πληρώνοντας όλο και λιγότερο για το διδακτικό έργο, ενώ εξακολουθούν να καρπώνονται σταθερά την εισροή φοιτητ(ρι)ών και διδάκτρων. Άρα, είναι σαφές ότι η αποδοχή της πρακτικής της μεγιστοποίησης του οφέλους από αυτό το διανοητικό πρεκαριάτο μπορεί μερικές φορές να οδηγεί στην ατομική ευημερία υπό τη μορφή μιας μόνιμης θέσης εργασίας, όμως επίσης παγιώνει τις συνθήκες που καθιστούν αδύνατη την ευημερία της συντριπτικής πλειονότητας.

[…]

Το πανεπιστήμιο δεν είναι το μόνο παράδειγμα της λογικής της ματαιoφελιμιστικής συνθήκης. O νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός φαίνεται να δουλεύει καλύτερα όταν πολλές από τις πράξεις μας καθίστανται μάταιες, όχι μόνο επειδή είμαστε ανίκανοι να αμφισβητήσουμε την ηγεμονία του, αλλά επίσης επειδή, μέσα στην απεγνωσμένη προσπάθειά μας να μεγιστοποιήσουμε το όφελος για να βελτιώσουμε την ατομική κοινωνική και οικονομική κατάστασή μας, ταυτόχρονα εσωτερικεύουμε τις ορθολογικές πεποιθήσεις περί αυτάρκειας, προσωπικής ευθύνης και ανταγωνισμού, οι οποίες διαλύουν κάθε μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης.

[…]

Σ’ όλα τα προαναφερθέντα πρέπει να προστεθεί και η υπαρξιακή ματαιότητα της νεοφιλελεύθερης ζωής, όπου αντιμετωπίζουμε τόσο τεράστιες πολιτικές και περιβαλλοντικές ανισότητες και καταστροφές που είναι σχεδόν αδύνατο να μη νιώσουμε ότι η προσπάθεια καταπολέμησης των προβλημάτων αυτών είναι μάταιη. Η πολυπλοκότητα αυτών των ζητημάτων και η χαμαιλεοντικά αποκεντρωμένη τους φύση επίσης συνεπάγονται ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν κατανοούν, π.χ., πώς λειτουργεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα, πώς γίνεται η συλλογή, αποθήκευση και χρήση των δεδομένων ή ποια είναι η μικροβιολογία των ιών. Για τον λόγο αυτόν, δεν γνωρίζουμε ποιος ή τι ευθύνεται για τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις, τις παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής και τις πανδημίες. Είναι πολύ πιο εύκολο να ρίξουμε τις ευθύνες στη μετάναστευση, στις ελίτ ή ακόμη και στη μετανεωτερική εποχή.

 

Η ματαιότητα μεταμφιεσμένη ως όφελος αποτελεί την ουσία του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της καθημερινής ζωής. Συνεχώς δεχόμαστε προτροπές να αναλάβουμε περισσότερο τις προσωπικές μας ευθύνες ως άτομα, να κάνουμε συνετές επενδύσεις στον εαυτό μας και να στραγγίξουμε και την τελευταία σταγόνα οφέλους από κάθε ευκαιρία που μας δίνεται. Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές και οικονομικές δομές που μπορούν να υποστηρίξουν τέτοιες ατομικές προσπάθειες μεγιστοποίησης του οφέλους αποδιαρθρώνονται και υποβαθμίζονται ξανά και ξανά και το αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι ότι ο ωφελιμισμός της ματαιότητας έχει γίνει η κυρίαρχη ανθρώπινη κατάσταση των αρχών του 21ου αιώνα, όπου περιπτώσεις ατομικής επιδίωξης της μεγιστοποίησης του οφέλους χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα για να μας πείσουν όλες/ους ότι δεν χρειαζόμαστε ισχυρές κοινωνικές υποδομές ή καλύτερα οικονομικά μέτρα προστασίας.

 

Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι η αναγνώριση της ματαιότητας που μοιραζόμαστε μπορεί να γίνει η βάση ενός νέου συλλογικού πολιτικού υποκειμένου, του προλεταριάτου του ματαιοφελιμισμού, μέσω του οποίου μπορούμε ν’ αρχίσουμε να παλεύουμε για την ανάκτηση του οφέλους από τα χέρια των καταστροφικών δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού.

 

ΔΗΩ ΑΝΔΡΕΟΥ, ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΑΡΓΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ, ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΖΙΑΝΗ, ΒΑΣΩ ΚΟΝΤΟΔΗΜΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

 

 

  • Συλλογικό έργο της Ομάδας Μετάφρασης του Εναλλακτικού Πολιτιστικού Εργαστηρίου της Κέρκυρας

 

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του κοινωνικού και πολιτικού επιστήμονα Νιλ Βάλελι με τίτλο Futilitarianism: Neoliberalism and the Production of Uselessness («Ματαιοφελιμισμός: Ο νεοφιλελευθερισμός και η παραγωγή της αχρηστίας»). Δημοσιεύτηκαν στο διαδικτυακό περιοδικό ROAR, το οποίο εστιάζει στις όψεις του παγκόσμιου αγώνα για αληθινή –δηλαδή άμεση– δημοκρατία, στη διεύθυνση: https://roarmag.org/essays/futilitarianism-vallely-excerpt/