Η τάξη ως γέφυρα μεταξύ των πολιτισμών

της Κυριακής Κολιαράκη, εθελόντρια εκπαιδευτικός Αλληλέγγυο Σχολείο Μεσοποταμίας

Πέρα από την αγωνία που επιφέρει η υγειονομική ανασφάλεια λόγω του covid-19, η επιστροφή στις τάξεις έφερε μεγάλη ανακούφιση στη σχολική κοινότητα. Η επαναφορά των μαθητών στην «κανονικότητα» ήταν αναγκαία όχι μόνο για την πρόοδο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά – κυρίως – για την ομαλή συνέχιση της ανάπτυξης της προσωπικότητας τους. 

Η τάξη αποτελεί ταυτόχρονα μια συμπυκνωμένη και ωμή απεικόνιση της τωρινής κοινωνίας, αλλά και ένα δείγμα της κοινωνίας του αύριο. Το σχολείο, ως ένας από τους βασικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς συμβάλλει καθοριστικά στην διαμόρφωση των μελλοντικών ενηλίκων. Ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία και η ξενοφοβία είναι μερικές από τις προβληματικές αντιλήψεις της κοινωνίας που δεν θα μπορούσαν να μην κάνουν την εμφάνισή τους και στα σχολεία. Παρ’ όλα αυτά, η συνύπαρξη πληθώρας κοινωνικών ομάδων από διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές προωθεί την ανάπτυξη μιας πολυπολιτισμικής συνείδησης.

Για τα προσφυγόπουλα και τα παιδιά μεταναστών η απουσία από το σχολείο και η έλλειψη κοινωνικοποίησης με άλλους μαθητές είχε ακόμη πιο σοβαρές συνέπειες. «Μόλις ήρθαμε στην Ελλάδα ξεκίνησε η πανδημία και έτσι δεν μπορούσα καν να μιλήσω με τους συμμαθητές μου όλον αυτόν τον καιρό. Στο σπίτι μιλάμε μόνο Αραβικά». Η Σ. κατάγεται από το Ιράκ και έχει μάθει τα λίγα ελληνικά που ξέρει μόνη της. Έχει πάντα στο κινητό της το google translate ανοιχτό για να την βοηθάει να επικοινωνεί. Παρ’ όλα αυτά το σχολείο την αντιμετωπίζει ως ίση με τους άλλους μαθητές. Αξιολογείται για τις γνώσεις και τις ικανότητές της τη στιγμή που δεν γνωρίζει καν τον πρωταρχικό κώδικα επικοινωνίας της χώρας στην οποία ζει. «Έχω τόσα στο μυαλό μου όμως δεν ξέρω πώς να τα πω», είπε μία ημέρα η Κ. από την Αίγυπτο, μία μαθήτρια που παλεύει με φοβερή επιμονή και προσωπική προσπάθεια να μάθει τα ελληνικά. Άλλωστε, αυτός είναι και ο μόνος τρόπος, αφού καμία πρόβλεψη δεν υπάρχει από το εκπαιδευτικό σύστημα για να μπορέσουν οι μετανάστες και οι πρόσφυγες να ενταχθούν σε αυτό. 

Από την άλλη, όσο το σχολείο δεν προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των μαθητών, οι διαφορετικοί πολιτισμοί που συναντιούνται μέσα στην τάξη δημιουργούν μία μοναδική συμφωνία που καλύπτει κάθε ρατσιστική, μισαλλόδοξη και εθνικιστική φωνή. Πολύ συχνά τα παιδιά ανταλλάζουν μεταξύ τους εικόνες της πατρίδας τους, όψεις της κουλτούρας τους, εμπειρίες μιας άλλης ζωής. Οι μεν έχουν ανάγκη να μοιραστούν τις μνήμες τους εκφράζοντάς άλλοτε νοσταλγία και άλλοτε ανακούφιση που αυτές ανήκουν στο παρελθόν. Οι δε ρωτούν με ενδιαφέρον όλα αυτά τα οποία δεν θα διδαχτούν ποτέ μέσα από τα σχολικά τους βιβλία, γνωρίζοντας μέσα απ’ τα μάτια του συμμαθητή ή της συμμαθήτριάς τους, έναν λαό που μέχρι πρότινος τους ήταν «ξένος». Όσο αυτοί οι διαφορετικοί πολιτισμοί συνδιαλέγονται μεταξύ τους, ανακαλύπτουν τα κοινά χαρακτηριστικά τους και εξερευνούν τις διαφορές τους, καταρρίπτοντας τα στερεότυπα και αφήνοντας στο περιθώριο τις κυρίαρχες προκαταλήψεις. Αυτή η δυναμική διαδικασία επιδρά καθοριστικά στην αντίληψη των παιδιών, θέτοντας ως βάση τον σεβασμό στην διαφορετικότητα, στοιχείο αναγκαίο για την άμβλυνση των διακρίσεων όλων των ειδών.

Η επιβολή της υιοθέτησης της ελληνικής κουλτούρας από τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, χωρίς μάλιστα να έχει υπάρξει ουσιαστική μέριμνα για την εγκόλπωσή τους στην κοινωνία, ενισχύει τις ανισότητες και ρίχνει λίπασμα στις μισαλλόδοξες αντιλήψεις που – ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι – βρίσκονται βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία. Όμως, όπως το νερό πάντα προχωράει μπροστά και πάντα βρίσκει δρόμους, έτσι οι πολιτισμοί καταφέρνουν και συναντιούνται και δημιουργούν από μόνοι τους γέφυρες για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών και την δημιουργία μίας πολύχρωμης, πολυπολιτισμικής κοινωνίας που τους χωράει όλους.