ΦΕΥΓΕΙ ΑΥΡΙΟ

της Νατάσας ΜελάΕθελόντρια στο Ανοιχτό Σχολείο Μεταναστών Πειραιά

Είσαι μόλις 14 χρονών. Έχεις γεννηθεί σε μια χώρα της υποσαχάριας Αφρικής από άγνωστο πατέρα. Η μητέρα σου πεθαίνει νέα. Αναλαμβάνει την κηδεμονία σου ο θείος σου. Αυτός σε κλειδώνει σε ένα άθλιο δωμάτιο για δύο χρόνια. Δεν θες να θυμάσαι τι πέρασες όλο αυτό το διάστημα κλειδωμένη όταν σε επισκέπτονταν τα βράδια οι “φίλοι” του. Μια μέρα σου ανακοινώνει ότι φεύγετε για Τουρκία. Σε φορτώνει σε μια καρότσα και κάπου στα μισά του δρόμου σε πουλάει σε κάποιους σωματεμπόρους. Βρίσκεις το κουράγιο και δραπετεύεις. Είσαι πλέον 16 χρονών , περνάς τα σύνορα και φτάνεις σε μια χώρα που τη λένε Ελλάδα. Περπατάς ασταμάτητα 20 μέρες και νύχτες. Κοιμάσαι όπου βρεις. Σε ξυπνάει το μπλε φως ενός περιπολικού. Τα πόδια σου πρησμένα. Πονάς αφόρητα και κλαις ασταμάτητα. Αυτή τη φορά δεν μπορείς να τρέξεις. Είσαι ασυνόδευτη ανήλικη και άστεγη στο κέντρο της Αθήνας. Στο λίκνο του Πολιτισμού και της Δημοκρατίας. Μπορεί να μην το ξέρεις αλλά τώρα έχεις λόγους να φοβάσαι περισσότερο. Καλώς ήρθες στην Πολιτισμένη Ευρώπη. Εδώ θα σε αναλάβουν Κοινωνικοί Λειτουργοί και Ψυχολόγοι. Θα αναπτύξεις δεξιοτεχνίες , θα σε μάθουν να συλλαβίζεις ξανά από την αρχή. Θα μάθεις τι ώρα σερβίρεται το πρωϊνό και τι ώρα πρέπει να πάρεις το σνακ. Τι ώρα κοιμόμαστε και τι ώρα ξυπνάμε. Θα μάθεις να βουρτσίζεις τα δόντια σου και να χαμογελάς γλυκά όταν θέλεις να ζητήσεις μια πετσέτα καθαρή ή ένα έξτρα σεντόνι ακόμα κι όταν αυτό δεν “προβλέπεται” . Θα μάθεις να λειτουργείς αυστηρά εντός πλαισίου και ωραρίου. Βρίσκεσαι σε ένα καθεστώς προσωρινής ασυλίας σε κάποια δομή φιλοξενίας μέχρι να κλείσεις τα 17. Κάπου εκεί αρχίζεις να ονειρεύεσαι ξανά. Θυμάσαι ότι είσαι παιδί. Το χάδι της μητέρας σου επιστρέφει τις νύχτες και σε νανουρίζει σε έναν ύπνο απαρηγόρητο. Μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο. Την βλέπεις πίσω από τις κουρτίνες μα κάθε φορά που πας να πλησιάσεις, εξαφανίζεται.  Όλα ανεξίτηλα και όλα προσωρινά. Το πρωϊ έχεις μάθημα ελληνικών. Θα συναντήσεις τα υπόλοιπα κορίτσια στην τραπεζαρία. Παιδιά από το Ιράν, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία,  με την ίδια ακαθόριστη ηλικία στο βλέμμα. Θα μοιραστείς μαζί τους κοινές απορίες και μυστικά που θα μπορούσαν να τινάξουν στον αέρα κάθε ελπίδα όσων ονειρεύονται μια ήσυχη και “φυσιολογική” ζωή. Όχι γιατί εσύ δεν θα μπορούσες αλλά γιατί εσύ δεν θα έχεις ούτε καν την ευκαιρία να επιλέξεις.  Εσύ ακόμα προσπαθείς να αποφύγεις την απάντηση όταν σε ρωτάνε ευγενικά “τι κάνεις” και “πώς είσαι”. Πόσο επώδυνη και αφόρητη μπορεί να γίνει η ευγένεια και πόσο αδιάκριτη τελικά ; Εσύ προτιμάς να κοιτάς την οθόνη του κινητού σου. Να βλέπεις τα μάτια σου να βουρκώνουν και να καθρεφτίζονται μέσα στα pixel μιας ψηφιακής απόδρασης με τους αγαπημένους σου κινηματογραφικούς ήρωες.  Μόνο εκεί δεν κινδυνεύεις πια. ” Ο πόνος μου είναι χρήσιμος” , είπες. ” δεν είμαι ένα χαρούμενο κορίτσι αλλά μου αρέσει να βλέπω χαρούμενους ανθρώπους”. Αρνείσαι πεισματικά να πάρεις τα φάρμακά σου. Για όλους τους υπόλοιπους παραμένεις “αρρύθμιστη” .. σχεδόν ξεκούρδιστη. Προσπαθούν να σε εντάξουν σε προγράμματα. Να μάθεις μια Τέχνη. Σε πηγαίνουν σε Μουσεία και Βοτανικούς Κήπους. Σου δίνουν έξτρα μπόνους κάθε φορά που φαίνεσαι συνεργάσιμη. Ο,τι έκανε και ο θείος σου με τους φίλους του. Μαθαίνεις να επιβιώνεις σιγά σιγά. Σε λίγο πλησιάζει και η ενηλικίωσή σου. Δεν θα μπορείς να μείνεις άλλο εδώ. Θα πρέπει να φύγεις. Πάνω στην ίδια καρότσα που σε φόρτωσαν για Τουρκία μόνο που τώρα θα καταλήξεις σε ένα από τα κλειστά κέντρα φιλοξενίας της ελληνικής επικράτειας. Σε έχουν ενημερώσει για τις συνθήκες εκεί. Δεν θέλεις να πας. – “Πόσο έχει ένα σπίτι στο κέντρο ;  Δεν θα γυρίσω το βράδυ. Ο Αρφάν μου  πρότεινε χρήματα. Δεν νιώθω καλά. Έχεις ένα ψαλίδι ; Σου αρέσει αυτό το μανό ; Πρέπει να βρω μια δουλειά γρήγορα. Είναι η πρώτη φορά που πίνω. Λες να το καταλάβουν;” 

-Κάντε γρήγορα ! Άνοιξε η μύτη της !  -Ξάπλωσέ την στο πλάϊ..  -Δεν αντιδρά ! ” 

-Φώναξε ασθενοφόρο 

Φεύγει αύριο…

Το παραπάνω κείμενο δεν έχει καμία σχέση με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις. Κινείται στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας και αναφέρεται σε μια κοινωνία πλήρως αποχαυνωμένη και αδιάφορη. Αφιερώνεται σε όλες και όλους αυτούς που αποφάσισαν τον τερματισμό του προγράμματος ESTIA το αργότερο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2022 και τους εμπνευστές/στριες των κλειστών κέντρων φιλοξενίας και των προαναχωρησιακών κέντρων κράτησης. Και κυρίως είναι αφιερωμένο στο ένα εκατομμύριο παιδιά που έχουν γεννηθεί ως πρόσφυγες από το 2018 έως σήμερα, με βάση τις εκτιμήσεις της Ύπατης Αρμοστείας.